Αυτονομία, ετερονομία και χειραγώγηση
Οι παραδοσιακές επαναστατικές θεωρίες, δηλαδή οι θεωρίες όσων στοχεύουν στην αλλαγή του κόσμου προς την κατεύθυνση της «απελευθέρωσης», συνηθίζουν να χρησιμοποιούν στις αναλύσεις τους μια πολύ βολική θεωρία για να ερμηνεύσουν την υπάρχουσα κατάσταση της κοινωνίας. Κατ’ αρχάς θεωρούμε ως δεδομένο ότι η υπάρχουσα κατάσταση της κοινωνίας απέχει από την ιδανική της κατάσταση στην οποία προσβλέπουν και την οποία εκπροσωπούν επί γης οι επαναστατικές πρωτοπορίες όλων των αποχρώσεων. Έπειτα, οι επαναστατικές πρωτοπορίες αναγνωρίζουν πως δε μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο μόνες τους, αλλά χρειάζονται τη συνδρομή ενός μεγαλύτερου κομματιού της κοινωνίας το οποίο θα πιστέψει στις ιδέες τους και θα τις ακολουθήσει. Οι πιο δημοκρατικές από τις πρωτοπορίες αυτές υποστηρίζουν ότι πρέπει η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας να εγκρίνει, να υποστηρίξει ενεργά και να πραγματοποιήσει αυτές τις αλλαγές, ενώ οι πιο ολιγαρχικές πρωτοπορίες χρησιμοποιούν τις μάζες ως ασπίδα ή ως πρόσχημα για να επιβάλλουν εν τέλει τη δική τους δικτατορία. Το αν υπάρχουν πραγματικά δημοκρατικές πρωτοπορίες και ποια είναι τα όριά τους, θα χρειαστεί να το εξετάσουμε σε άλλη ευκαιρία.
Στη σημερινή εποχή της πολύ μεγάλης ελευθερίας της έκφρασης στο Δυτικό τουλάχιστον κόσμο, όπου όλες οι ιδέες κυκλοφορούν απρόσκοπτα μέσα από βιβλία, έντυπα, εφημερίδες, ραδιοφωνικές εκπομπές, βίντεο, γκράφιτι, αφίσες, σάιτ και ηλεκτρονικά μηνύματα, το παραδοσιακό πρόβλημα της διάδοσης του επαναστατικού λόγου έχει εκλείψει. Οι επαναστατικές ιδέες διαδίδονται ελεύθερα και ο καθένας μπορεί να έχει πρόσβαση σ’ αυτές. Το γεγονός αυτό φέρνει σε αμηχανία τους σύγχρονους επαναστάτες καθώς χάνουν (όσοι από αυτούς δεν παραδίδονται στον παραλογισμό) το πιο κλασικό τους επιχείρημα: το καθεστώς εμποδίζει την ελεύθερη διάδοση των επαναστατικών ιδεών και γι’ αυτό οι άνθρωποι δεν έρχονται σε επαφή μαζί τους ούτως ώστε να τις αποδεχθούν και να επαναστατήσουν. Γιατί, λοιπόν, οι άνθρωποι δεν επαναστατούν σύμφωνα με τις επαναστατικές γραφές που θέλουν αυτή την επανάσταση προδιαγεγραμμένη και ντετερμινιστικά καθορισμένη;
Η πιο εύκολη απάντηση είναι η τροποποίηση του κλασικού, παραδοσιακού επιχειρήματος. Αντί να πούμε πως δεν γνωρίζουν τις επαναστατικές ιδέες, λέμε πως τις γνωρίζουν, αλλά παρασύρονται από την προπαγάνδα του καθεστώτος, δηλαδή χειραγωγούνται. Στο ερώτημα γιατί αυτοί που πείθονται από την καθεστωτική προπαγάνδα χειραγωγούνται ενώ αυτοί που πείθονται από την επαναστατική προπαγάνδα απλά αναγνωρίζουν την αλήθεια και το ταξικό τους συμφέρον, η απάντηση μπορεί να είναι μόνο θεολογική και δογματική. Γιατί το πραγματικό τους συμφέρον, θα πουν οι επαναστάτες, βρίσκεται στην επαναστατική προπαγάνδα· και (συνήθως) το γνωρίζουμε εμείς, καλύτερα από αυτούς. Το συμπέρασμα, λοιπόν, είναι το ίδιο. Οι άνθρωποι είναι άβουλα όντα, μαριονέτες, μάζες που πρέπει να καθοδηγηθούν με τον κατάλληλο τρόπο για να ακολουθήσουν εμάς, τους επαναστάτες και όχι τους καπιταλιστές. Η λογική αυτή, που βρίσκεται στον πυρήνα κάθε πρωτοποριακής ιδεολογίας, εξηγεί το πως και το γιατί η μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία οδήγησε στον κομουνιστικό ολοκληρωτισμό. Στον αντίποδα αυτής της λογικής βρίσκεται το δημοκρατικό ρεύμα των επαναστατών που εκπροσωπείται από την Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Στίνα και τον Καστοριάδη που εκφράζουν την εμπιστοσύνη τους στις δημιουργικές δυνατότητες των μαζών και περιμένουν απ’ αυτές να ενεργοποιηθούν για να ενσαρκώσουν τις νέες επαναστατικές αξίες.
Το πρόβλημα, λοιπόν, για τους παραδοσιακούς επαναστάτες λενινιστικής κοπής είναι το εξής: οι άνθρωποι, οι οποίοι είναι άβουλα όντα, ανόργανο υλικό το οποίο χρειάζεται να μεταχειριστούμε με τη βία που του αναλογεί, όπως επεσήμαινε η Χάννα Άρεντ, χειραγωγούνται ασύστολα. Αυτή είναι η φύση τους. Αντί, λοιπόν, να τους χειραγωγούν οι καπιταλιστές, πρέπει να τους χειραγωγήσουμε εμείς, οι επαναστάτες, και να τους πάρουμε με το μέρος μας για να τους χρησιμοποιήσουμε στην εξόντωση των καπιταλιστών και στη θεμελίωση του δικού μας καθεστώτος. Η προσέγγιση αυτή παρεισφρύει εύκολα στον έναν ή στον άλλο βαθμό σε κάθε επαναστατική ομάδα αφού αυτός είναι ο πιο πρόσφορος τρόπος να διαχειριστεί, ειδικά στις μέρες μας, τη λιγοστή επιρροή της στις «μάζες» χωρίς να χάσει τον επαναστατικό της χαρακτήρα.
Στην παραπάνω θεωρία όμως δεν υπάρχει πουθενά η υποψία, η ελπίδα ή η πρόθεση να καταστήσουμε τους ανθρώπους ουσιαστικά ελεύθερους ή να αποδεχθούμε το γεγονός πως ασκούν ήδη την ελευθερία τους και κάνουν επιλογές αντίθετες με τις δικές μας. Μια τέτοια παραδοχή, βέβαια, θα μπορούσε να κλονίσει συθέμελα το δογματικό οικοδόμημα που χτίζεται πάνω στη βεβαιότητα πως εμείς, κατέχουμε την αλήθεια, εμείς γνωρίζουμε τις πραγματικές αλλά αφανέρωτες επιθυμίες του λαού και οφείλουμε να του επιβάλουμε αυτές του τις επιθυμίες. Παρά τη θέλησή του; Επιφανειακά παρά τη θέλησή του, αλλά στην ουσία σύμφωνα με τη βαθιά του επιθυμία, την οποία δε γνωρίζει ο ίδιος, αλλά εμείς. Τι θα γινόταν, άραγε, αν φτάναμε στην παραδοχή πως οι άλλοι άνθρωποι είναι ίσοι με μας, διαθέτουν τις ίδιες νοητικές δυνατότητες και παρ’ όλα αυτά δεν προσβλέπουν στην κοινωνία που εμείς οραματιζόμαστε; Αν παραδεχόμασταν πως η σημερινή κοινωνία με το φιλελεύθερο ολιγαρχικό καθεστώς της επιθυμεί την καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας, τον καταναλωτισμό και την παραχώρηση της πολιτικής εξουσίας στους ειδικούς;
Η παραδοχή αυτή μάλλον θα καθιστούσε τους επαναστάτες ψυχικά ευάλωτους. Η ιδεολογία τους προσφέρει μια ψυχική ασφάλεια που θα γινόταν κομμάτια τη στιγμή που θα αναγνώριζαν πως η ιστορία μπορεί και να μην εξελιχθεί κατά τας γραφάς και πως οι ίδιοι μπορούν να συντριβούν μέσα στην απεριόριστη ενδεχομενικότητα τους χρόνου και της ιστορίας η οποία φανερώνει μονάχα τις δημιουργικές δυνατότητες του ανθρώπου. Και οι δημιουργικές δυνατότητες του ανθρώπου, δηλαδή η ελευθερία του, αναπτύσσονται μέσα στο πεδίο του απρόβλεπτου, εκεί που όλα είναι πιθανά, εκτός από τους συνήθεις επαναστατικούς ντετερμινισμούς. Κάπου εδώ, οι επαναστάτες, οι υπερασπιστές της ελευθερίας έρχονται σε σύγκρουση με την ίδια την ελευθερία όπως αυτή εκδιπλώνεται στη ζωή και στην ιστορία. Έρχονται αντιμέτωποι με μια βούληση που είναι διαφορετική από τη δική τους και που πρέπει, αυτοί, οι υπερασπιστές της ισότητας και οι πολέμιοι του ελιτισμού, να την αντιμετωπίσουν ως ίση με τη δική τους και όχι ως κατώτερη, ως μια βούληση που ανήκει στον ίδιο το λαό και που δεν του επιβάλλεται από σκοτεινά καπιταλιστικά κέντρα.
Όσοι και όσες από μας πιστεύουμε πραγματικά και όχι προσχηματικά στις δημιουργικές δυνατότητες του ανθρώπου και εμπνεόμαστε από τα αντίστοιχα πολιτικά ρεύματα –παρόντα και στη μαρξιστική παράδοση όπως προαναφέραμε- δε μπορεί να υποστηρίζουμε αυτήν την πίστη στις δημιουργικές δυνατότητες του ανθρώπου μονάχα όποτε μας συμφέρει, όποτε δηλαδή οι εκπεφρασμένες επιθυμίες του συμπίπτουν με τις δικές μας· αυτό θα συνιστούσε μια α λα καρτ δημοκρατικότητα. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι στα σημερινά φιλελεύθερα καθεστώτα της Δύσης οι πολίτες εγκρίνουν και αποδέχονται το σημερινό καθεστώς, ενσαρκώνουν στην καθημερινή τους ζωή τις αξίες αυτής εδώ της θέσμισης της κοινωνίας και δεν επιθυμούν να αλλάξουν τίποτα ουσιαστικό. Σε αυτή τη διαπίστωση μπορεί να υπάρχουν πολλοί αστερίσκοι, οι οποίοι όμως δεν αλλοιώνουν την πυρηνική της αλήθεια. Οι πολίτες μπορεί πράγματι να αφήνονται να παρασύρονται από τη χειραγωγητική λειτουργία των μέσων ενημέρωσης, μπορεί να καταγγέλλουν αυτή τη λειτουργία και να διαβεβαιώνουν πως διαφωνούν με το υπάρχον πολιτικό σύστημα. Η λυδία λίθος αυτών των συλλογισμών όμως είναι η ίδια η πραγματικότητα η οποία είναι αδυσώπητη: η μεγάλη πλειοψηφία των σημερινών δυτικών κοινωνιών δεν κάνει τίποτα για να αλλάξει το υπάρχον σύστημα, ούτε με τον πιο απλό και δοσμένο τρόπο, με την ψήφο της. Μέσα σε αυτό το πνεύμα ο Καστοριάδης επισημαίνει πως «υπάρχει χειραγώγηση επειδή υπάρχει χειραγωγησιμότητα»[1]. Η χρήση του αιτιολογικού συνδέσμου «επειδή» φανερώνει την χρονική και λογική προτεραιότητα της χειραγωγησιμότητας σε σχέση με τη χειραγώγηση. Στις συνθήκες που ζούμε σήμερα, κανένας δε μπορεί να χειραγωγηθεί παρά μόνο αν θελήσει να χειραγωγηθεί. Το γιατί να θελήσει να χειραγωγηθεί είναι μια άλλη ιστορία. Αυτό που πρέπει να συγκρατήσουμε όμως είναι πως τόσο η χειραγώγηση όσο και τα υπόλοιπα φαινόμενα που συνδέονται μαζί της και αφορούν το ρόλο των ελίτ ή την επιρροή των μέσων ενημέρωσης μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι φαινόμενα υπαρκτά, αλλά αποτελούν δευτερογενή φαινόμενα που ανθίζουν πάνω στην παραίτηση της κοινωνίας από την πρωτογενή πολιτική της δυνατότητα, δηλαδή τη δυνατότητά της να θεσμίζει τον εαυτό της με τρόπο συνειδητό και ξεκάθαρο και να ορίζει τη μοίρα της, μια δυνατότητα που είναι πανταχού παρούσα τουλάχιστον ως τέτοια.
Η κοινωνία αυτή δεν αλλάζει, λοιπόν, γιατί οι άνθρωποι επιθυμούν να ζουν μέσα σε αυτήν εδώ την κοινωνία. Και έχουμε ιστορικά παραδείγματα, παραδείγματα μάλιστα αντλημένα από εποχές με πραγματική καταπίεση κατά τα οποία ο φόβος και η βία της εξουσίας αποτελούσαν πραγματική τροχοπέδη για τη δραστηριοποίηση των ανθρώπων, που μας αποδεικνύουν πως η ενεργοποίηση της δημιουργικής δραστηριότητας των ανθρώπων και η έξοδός τους από το λήθαργο και μόνο αυτές είναι δυνατές και μπορούν να οδηγήσουν σε κοσμοϊστορικές αλλαγές.
Ναι, σήμερα κυριαρχεί μια κατάσταση χαύνωσης και απάθειας που δυσχεραίνει μια τέτοιου είδους ενεργοποίηση. Αλλά αυτή η χαύνωση και η απάθεια υπακούει στην «παλίνδρομο αρχή», όπως την έχει ονομάσει ο Εντγκάρ Μορέν, μια γενεσιουργό κυκλικότητα «όπου τα προϊόντα και τα αποτελέσματα είναι τα ίδια παραγωγοί και υπαίτιοι αυτού που τα παράγει»[2]· και όπως συμβαίνει με όλους τους φαύλους κύκλους, η έξοδος απ’ αυτούς προϋποθέτει το άλμα έξω από την επικράτειά τους, δηλαδή το ρήγμα εκείνο που συνιστά την ανάδυση του θεσμίζοντος φαντασιακού μιας κοινωνίας, την ανάδυση της φαντασιακής λειτουργίας της κοινωνίας που εγκαθιδρύει μια νέα σχέση με τον εαυτό της αμφισβητώντας τις αξίες, τους νόμους και τους θεσμούς που έχει κληρονομήσει. Η κοινωνία αυτή, λοιπόν θα αλλάξει όταν οι άνθρωποι που την αποτελούν σταματήσουν να κάνουν αυτό που κάνουν και κάνουν κάτι άλλο, όταν αλλάξουν τους εαυτούς τους προς την κατεύθυνση αυτού που θα φανταστούν και που εμείς σήμερα δε μπορούμε να φανταστούμε. Αν πιστεύουμε πραγματικά σε αυτή τη δυνατότητα οφείλουμε να διαφυλάξουμε την πιθανότητά της πρώτα απ’ όλα αναγνωρίζοντας στην κοινωνία την ευθύνη της γι’ αυτό που είναι και αναζητώντας όπως κάθε αυτόνομη προοπτική επιτάσσει να αναγνωρίσει η κοινωνία και κάθε μέλος της ξεχωριστά αυτό που είναι και αυτό που κάνει και να αναλάβει τις ευθύνες της με την ωριμότητα που σήμερα φαίνεται να της λείπει. Ένας ριζοσπαστικός λόγος που κανακεύει την κοινωνία αναζητώντας ψήφους και οπαδούς στα θολά νερά του αριστερίστικου λαϊκισμού κανακεύει στην ουσία το σημερινό πολιτικό σύστημα στο οποίο αντιστοιχεί η σημερινή κοινωνία.
Για παράδειγμα, το ΚΚΕ που δήλωσε ρητά την πρόθεσή του να καταψηφίσει το πρόσφατο νομοσχέδιο[3] για τη βιοποικιλότητα το οποίο δυσχεραίνει τη δόμηση σε περιοχές Νατούρα με το πρόσχημα ότι η προϋπόθεση των 10 στρεμμάτων ευνοεί την πλουτοκρατία που μπορεί να διαθέτει 10 στρέμματα και όχι το λαό που διαθέτει 4 στρέμματα, υπηρετεί στην ουσία της την καπιταλιστική λογική της απεριόριστης ανάπτυξης, της τσιμεντοποίησης και της καταστροφής του περιβάλλοντος. Ο ΣΥΡΙΖΑ που μέσα στην θεωρητική και διανοητική του ένδεια υποστηρίζει το «κίνημα κατά των διοδίων» υποστηρίζει τον πασοκικό καγιέν ατομικισμό, τη νεοελληνική θρασυδειλία, την ιδεολογία του αυτοκινήτου που σημαίνει τη λογική της μόλυνσης, της καταστροφής του περιβάλλοντος για την κατασκευή αυτοκινητοδρόμων κ.λπ. Και τα παραπάνω ισχύουν γιατί η κοινωνία που ζούμε διαπερνάται από τις αξίες και τις φαντασιακές σημασίες της, δηλαδή η αξία του αυτοκινήτου συγκινεί τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού από το μετανάστη που τα βγάζει δύσκολα πέρα αλλά ονειρεύεται να αγοράσει μια μέρα δικό του αυτοκίνητο μέχρι τον επιχειρηματία του διαθέτει το τελευταίο μοντέλο της Τζάγκουαρ. Ακόμα και η πιο ριζική αντίθεση σε αυτές τις αξίες και τις κεντρικές σημασίες επιβεβαιώνει την κεντρικότητά τους αφού τις τοποθετεί λογικά και αναπόδραστα στο επίκεντρο αυτής της αντίθεσης· δηλαδή η αντίθεση στην ιδεολογία του αυτοκινήτου είναι συνήθως εκ των πραγμάτων αρκετά μαχητική ώστε να αποδεικνύει το μέγεθος και τη σημασία του διακυβεύματος για το σύνολο αυτής της κοινωνίας.
Η κουλτούρα, οι αξίες και οι φαντασιακές σημασίες μιας κοινωνίας παράγονται από την ίδια την κοινωνία και δεν επιβάλλονται από την κυρίαρχη τάξη ή στρώμα της· η θέσμιση της κοινωνίας στο σύνολό της αποτελεί προϊόν του συλλογικού φαντασιακού της κοινωνίας[4]. Ακόμα και οι ίδιοι οι νόμοι που διαμορφώνονται από τη νομοθετική (και την εκτελεστική στην περίπτωσή μας) εξουσία αντιστοιχούν σε πολύ μεγάλο βαθμό στις επιθυμίες της κοινωνίας. Η αντιστοιχία αυτή μπορεί να πάρει διάφορες μορφές που περιλαμβάνουν τη ρητή αποδοχή, τη συναίνεση ή την ανοχή. Η θέσμιση της κοινωνίας ονομάζεται «φαντασιακή» γιατί το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη είναι το συλλογικό φαντασιακό μιας κοινωνίας, οι αξίες της και οι νόρμες με τις οποίες ρυθμίζονται οι σχέσεις στο εσωτερικό της και γιατί η θέσμιση της κοινωνίας ριζώνει μέσα στο ατομικό φαντασιακό του κάθε μεμονωμένου μέλους της που μπορεί να ονομαστεί μέλος της και –κυρίως- κοινωνικό άτομο επειδή ακριβώς έχει ενσωματώσει τη θέσμιση της κοινωνίας στον τρόπο που σκέφτεται και ενεργεί.
Όλα τα παραπάνω σημαίνουν πως ο ρητός τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ένα πολιτικό σύστημα αντιστοιχεί στον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα τα άτομα αυτής της κοινωνίας. Και ένα πολιτικό σύστημα που είναι αντίθετο με τις επιθυμίες της κοινωνίας είναι αδύνατο να μακροημερεύσει. Γιατί το πολιτικό σύστημα βασίζεται σε ενός είδους συναίνεση εκ μέρους των πολιτών του και όπως έχει επισημάνει η Άρεντ, μια πολιτική εξουσία βασισμένη αποκλειστικά στη βία και όχι στη συναίνεση, την αποδοχή ή την ανοχή των υπηκόων της, θα επιζήσει πολύ λίγο γιατί είναι ανίκανη να αντλήσει αυτό το είδος της φαντασιακής νομιμοποίησης που η Άρεντ ονομάζει «δύναμη» ή «εξουσία» και η οποία προκύπτει από την απλή συγκέντρωση των πολιτών και τη σχεδόν αυτόματη συγκρότησή τους σε ένα πολιτικό σώμα.
Σε ένα μεγάλο βαθμό λοιπόν, κάθε κοινωνία είναι υπεύθυνη για το πολιτικό σύστημα που έχει, αφού έχει πάντοτε τη δυνατότητα να το αλλάξει, είναι, δηλαδή στην ουσία της ελεύθερη. Πολλές φορές, η κοινωνία δεν αναγνωρίζει αυτή της τη δύναμη και θεωρεί πως το «σύστημα» είναι παντοδύναμο και ανίκητο. Αδυνατεί να αναγνωρίσει ότι ακόμα και τα σώματα καταστολής που θα μπορούσαν να καταπνίξουν την επιθυμία της για αλλαγή αποτελούνται και αυτά από μέλη της κοινωνίας που συναναστρέφονται καθημερινά μαζί της και είναι κοινωνοί των πιθανόν υπόρρητων ιδεών της αμφισβήτησης. Συνήθως είναι λοιπόν θέμα χρόνου αυτές οι ιδέες να διαβρώσουν ένα σύστημα και αυτό να καταρρεύσει εφόσον δεν διαθέτει καμία φαντασιακή νομιμοποίηση, εφόσον η υπόρρητη θεσμίζουσα δραστηριότητα της κοινωνίας έχει αφήσει πίσω της τη ρητή θέσμιση. Για το λόγο αυτό άλλωστε, η βία δε μπορεί να παίξει κανέναν ουσιαστικό ρόλο στην αλλαγή των θεσμών μιας κοινωνίας, αλλά μπορεί μονάχα να επισπεύσει τα πράγματα με τον κίνδυνο να εγκαθιδρύσει μια δικτατορία αφού είναι από τη φύσει της μολυσματική και ολοκληρωτική.
Οι σημερινές δυτικές κοινωνίες είναι, από μία άποψη, σε μεγάλο βαθμό αυτόνομες, εννοώντας ότι ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του καθεστώτος επιτρέπει σε μεγάλο βαθμό τη συμμετοχή στην πολιτική και κυρίως επιτρέπει την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών. Επίσης, έχουν σχεδόν εκλείψει οι σκοταδιστικοί παράγοντες που απέτρεπαν τους ανθρώπους με διάφορα μεταφυσικά φόβητρα από την ανάπτυξη της κριτικής τους σκέψης. Είναι συνεπώς πολύ παρακινδυνευμένο να θεωρούμε ότι μια κυρίαρχη τάξη, στρώμα, κάστα ή ελίτ έχει υποκλέψει την εξουσία από την υπόλοιπη κοινωνία και ασκεί τη διακυβέρνηση αντίθετα προς τα συμφέροντα και τις επιθυμίες της πλειοψηφίας. Χωρίς το παραπάνω να μπορεί να αποκλειστεί κατά συγκεκριμένες περιπτώσεις που πρέπει όμως να αναλύονται προσεκτικά και με ακρίβεια, ο γενικός κανόνας μοιάζει να είναι πως η εξουσία παραχωρείται ή «αφήνεται» (στα πλαίσια της γενικευμένης πολιτικής απάθειας) από την πλειοψηφία της κοινωνίας στις εκλεγμένες κυβερνήσεις της οι οποίες αναλαμβάνουν να υλοποιήσουν συγκεκριμένες πολιτικές. Τα χάσματα που παρουσιάζονται στη συνέχεια είναι κι αυτά συζητήσιμα, αλλά δεν πρέπει να διολισθήσουμε στην πολωτική μαρξιστική οντολογία (με καταγωγή στην εγελιανή διαλεκτική του γνωστού σχήματος θέση-αντίθεση-σύνθεση που πόρρω απέχει από τη μαγματική λογική) περί πάλης των τάξεων που πολύ συχνά μεταγραφόμενη στο καστοριαδικό πλαίσιο τείνει να εκλάβει το λαό ως φορέα της αυτονομίας και τις εκλεγμένες κυβερνήσεις (καθώς και άλλα σκοτεινά και μεταφυσικά πολυκέφαλα τέρατα όπως οι ελίτ, ο καπιταλισμός, ο σιωνισμός, η λέσχη Μπίλντεμπεργκ κ.λπ. που τις κατευθύνουν) ως δυνάμεις που έχουν υφαρπάξει την εξουσία με τη βία. Αυτή μαρξίζουσα ανάγνωση του καστοριαδικού έργου συνιστά ολοκληρωτική εκμηδένιση της θεωρητικής συμβολής του Καστοριάδη στην πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία.
Ετερονομία, λοιπόν, μπορούμε να ονομάσουμε την κατάσταση εκείνη κατά την οποία εξουσία της κοινωνίας δεν βρίσκεται στα χέρια της ίδιας, αλλά στα χέρια κάποιων μελών της. Αυτό είναι δυνατό να συμβεί σχεδόν κυριολεκτικά μονάχα όσον αφορά τη ρητή εξουσία, δηλαδή τους πολιτικούς θεσμούς και τις πολιτικές αποφάσεις. Όταν, λοιπόν, τις αποφάσεις για το παρόν και το μέλλον της κοινωνίας τις λαμβάνουν αποκλειστικά κάποια μέλη της, τότε μιλάμε για μια κοινωνία ετερόνομη· και η ετερονομία μειώνεται όσο αυξάνεται η νομιμοποίηση της εξουσίας αυτής, όσο αυξάνεται ο συνειδητός έλεγχός της πάνω σε αυτούς που αποφασίζουν στο όνομά της. Όταν φτάσουμε στο σημείο όπου το σύνολο της κοινωνίας έχει λόγο στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων και οι αποφάσεις που λαμβάνονται αντιστοιχούν με τρόπο άμεσο στις επιθυμίες της, τότε μπορούμε να αποκαλούμε την κοινωνία αυτή αυτόνομη. Απόλυτη αυτονομία και απόλυτη ετερονομία δε μπορούν ποτέ να υπάρξουν. Πρώτα απ’ όλα, μια κατάσταση απόλυτης ετερονομίας θα προϋπέθετε πως το σύνολο της θέσμισης της κοινωνίας της υπόρρητης θέσμισης (γλώσσα, αξίες, κουλτούρα, ήθη κ.λπ.) περιλαμβανομένης θα ήταν πραγματικά έργο κάποιου άλλου εκτός αυτής. Στην ουσία, όμως γνωρίζουμε πως η ίδια η κοινωνία θεσμίζει τον εαυτό της ασχέτως αν με έναν ασυνείδητο αλλά ψυχαναλυτικά εξηγήσιμο τρόπο αποδίδει αυτή της τη λειτουργία σε κάποιους άλλους. Οι Δέκα Εντολές, όσο κι αν μυθολογικά αποδόθηκαν στη θεϊκή παρέμβαση, είναι ανθρώπινη δημιουργία της εβραϊκής κοινωνίας. Αυτή είναι ίσως η χαρακτηριστικότερη λειτουργία της ετερονομίας: να αποδίδει την πατρότητα των κοινωνικών δημιουργημάτων σε κάποια εξωκοινωνικά ή υπερκοινωνικά κέντρα. Στις περιπτώσεις αυτές η κοινωνία αρνείται να αναγνωρίσει τη θεσμίζουσα λειτουργία της είτε γιατί θεωρεί ασυνείδητα ότι χρειάζεται μια υπερβατική νομιμοποίηση των θεσμών της είτε γιατί δεν μπορεί η ίδια να νομιμοποιήσει επαρκώς τις φαντασιακές της δημιουργίες. Σε αυτήν την τελευταία περίπτωση ετερονομίας εντάσσονται οι σύγχρονες συνομωσιολογικές θεωρίες περί των ελίτ και των σκοτεινών κέντρων που νέμονται τον κόσμο. Λόγω μιας περίεργης κατάστασης πνευματικής αποχαύνωσης μέσα στην οποία η μετανεωτερική κοινωνία δεν καθίσταται ικανή ως τώρα να νομιμοποιήσει τον κόσμο που κατασκεύασε μέσω της δημιουργίας και της εμπέδωσης φαντασιακών σημασιών που να ανταποκρίνονται στις λειτουργίες της, αποδίδει τη θέσμισή της σε σκοτεινά κέντρα. Και ταυτοχρόνως αναπαράγει θεωρητικά αξίες της νεωτερικής εποχής αυτοκαταγγελόμενη όπως έχει παρατηρήσει ο Καστοριάδης[5] για την ίδια της τη δραστηριότητα η οποία είναι αντίθετη προς τις έωλες αξίες της. Φτάνουμε, λοιπόν, σε μια κοινωνία σχιζοειδώς διαχωρισμένη σε αντιθετικούς πόλους: στον καταναλωτισμό και στην καταγγελία της κατανάλωσης, στο κυνήγι τους χρήματος και στην απαξίωση του κυνηγιού του χρήματος, στην ανάπτυξη ενός άκρατου ανταγωνισμού και στην κατακεραύνωση του ανταγωνιστικού πνεύματος. Θωρακισμένη, λοιπόν, στον παρελθόντα ηθικό κώδικα που διαπνέονταν από ένα προτεσταντικό, αντι-υλιστικό, πιθανόν και ανθρωπιστικό πνεύμα επιλέγει να αποδώσει σε άλλους αυτά που η ίδια κάνει, να καταγγέλλει τις τράπεζες τη στιγμή που απλώνει το χέρι για να πάρει το επόμενο καταναλωτικό δάνειο.
Πέρα από τα παραπάνω, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ετερονομία στο επίπεδο της υπόρρητης θέσμισης είναι αδύνατο να υπάρξει, αφού η γλώσσα, οι αξίες και τα ήθη της κοινωνίας δε μπορούν παρά να συναρθρώνονται από την καθημερινή δραστηριότητα του συνόλου της κοινωνίας. Κι εδώ, μόνο μια παρανοϊκή σύλληψη θα μπορούσε να καταλήξει στην απόφανση πως τα ίδια περίπου σκοτεινά κέντρα εποφθαλμιούν την αξιοζήλευτη γλώσσα μας την οποία εμβολιάζουν με ξένες λέξεις με απώτερο σκοπό να την καταστρέψουν, απογυμνώνοντάς την από τις ετυμολογικές της ρίζες. Στο επίπεδο της υπόρρητης θέσμισης δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ούτε απόλυτη αυτονομία δεδομένου του σκοτεινού και μαγματικού χαρακτήρα των διεργασιών που τη συνιστούν. Το ίδιο ισχύει και στο επίπεδο της ρητής θέσμισης με δεδομένη την ύπαρξη leaders κατά την έκφραση του Καστοριάδη[6] που παρεμβαίνουν μέσω της προσωπικής τους πειθούς στις πολιτικές διεργασίες που δε μπορούν να είναι ποτέ απόλυτα διαυγείς για τον πρόσθετο λόγο πως είναι πρακτικά αδύνατο όλες οι εξουσίες να ασκούνται από το σύνολο της κοινωνίας· αλλά μορφές ελεγχόμενης (ανακλητότητα, λογοδοσία, κυκλικότητα) αντιπροσώπευσης είναι εκ των πραγμάτων επιβεβλημένες ακόμα και στις πιο ολιγάριθμες κοινότητες.
Στο επίπεδο της ρητής θέσμισης είναι δεδομένο με βάση τα επιχειρήματα που προαναφέραμε περί της αδυναμίας ενός καθεστώτος να επιβληθεί με τη βία, πως απόλυτα ετερόνομο καθεστώς είναι αδύνατον να υπάρξει. Η νομιμοποίηση της εξουσίας από την κοινωνία, όποια μορφή κι αν παίρνει (σιωπηρή συναίνεση, ρητή αποδοχή, ανοχή, ρητή αποδοχή και ταυτόχρονη καταγγελία) είναι αρκετή για να στοιχειοθετήσει ένα βαθμό αυτονομίας της κοινωνίας η οποία διαφυλάσσεται πάντα από τη δυνατότητα άσκησης του αποκαλούμενου «δικαίου της εξέγερσης», δηλαδή της παρέμβασης του συνόλου της κοινωνίας για την ανασύσταση του κοινωνικού συμβολαίου. Αυτή η δυνατότητα είναι ακόμα πιο σαφής σήμερα που οι παραστάσεις των επαναστάσεων της νεωτερικότητας είναι ζωντανές και καταγεγραμμένες ακόμα και στα σχολικά εγχειρίδια της ιστορίας –γεγονός που φέρνει σε έκδηλη αμηχανία τους υπερασπιστές των συνομωσιολογικών θεωριών περί χειραγώγησης από σκοτεινά διεθνή κέντρα και εξουσιαστικούς θεσμούς.
Τόσο οι ρητοί θεσμοί της κοινωνίας όσο και η γενικότερη κουλτούρα της βασίζονται στο γεγονός πως τα μεμονωμένα άτομα και τα μέλη της κοινωνίας αναπαράγουν και ενσαρκώνουν μέσω της καθημερινής τους ζωής αυτούς τους θεσμούς και αυτήν την κουλτούρα. Τη στιγμή που τα άτομα αυτής της κοινωνίας θα σταματήσουν να αναπαράγουν και να ενσαρκώνουν αυτούς τους θεσμούς και αυτήν την κουλτούρα, η θέσμιση αυτή της κοινωνίας θα καταρρεύσει και θα εξαϋλωθεί. Για το λόγο αυτό, η αμφισβήτηση της θέσμισης μιας κοινωνίας είναι δυνατόν να ξεκινήσει μονάχα από τη συνειδητοποίηση μερικών μελών της πως η θέσμιση αυτή δεν τους εκφράζει και δεν τους αντιστοιχεί. Στα σημερινά πλαίσια των φιλελεύθερων καθεστώτων της Δύσης η αμφισβήτηση αυτή μπορεί να προχωρήσει παραπέρα, προς την ενσάρκωση νέων μοντέλων ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων και νέων θεσμών που λειτουργούν στην αρχή παραδειγματικά και προσπαθούν δια του παραδείγματός τους να πείσουν για τη δυνατότητα μιας νέας θέσμισης. Η αλλαγή της κοινωνίας, λοιπόν, μπορεί και οφείλει να ξεκινήσει από τις ατομικές ηθικές και πολιτικές επιλογές μεμονωμένων μελών της κοινωνίας και δε χρειάζεται καθόλου να περιμένει τη Δευτέρα Παρουσία κάποιας «επανάστασης» που θα αλλάξει μέσα σε μια νύχτα (αυτή των οδοφραγμάτων) τα πράγματα. «Μια ολόκληρη πολιτική παράδοση ανέβαλλε για την επαύριον της Μεγάλης Νύχτας τη Επανάστασης αυτή την απαραίτητη αλλαγή του τρόπου ζωής και καθώς αυτή η μεγάλη νύχτα έμοιαζε συχνά μονάχα με κάποια μικρά χλωμά πρωινά, δεν αλλάξαμε τελικά τίποτα το σπουδαίο»[7], όπως παρατηρεί εύστοχα ο Πωλ Αριές.
Έτσι, η σημασία των πρωτοβουλιών (όπως τα κινήματα των αντιρρησιών συνείδησης, των ποδηλατών, του αλληλέγγυου εμπορίου, της ανταλλαγής ή της ανιδιοτελούς προσφοράς αγαθών και υπηρεσιών κ.λπ.), που υλοποιώντας το οικολογικό σύνθημα «ένας άλλος κόσμος είναι υπαρκτός» και όχι απλά εφικτός (sic)! θέλουν να εγκαταστήσουν μέσω της σημερινής πολιτικής τους δράσης νέα μοντέλα με βάση τα οποία θα μπορούσε να εξελιχθεί η υπάρχουσα θέσμιση της κοινωνίας, είναι μεγάλη. Πρώτα γιατί αναδεικνύει τη σημασία του ατόμου αποφεύγοντας τις συνήθεις κολεκτιβιστικές κακοτοπιές εμπεδώνοντας ταυτόχρονα την έννοια της αλληλεγγύης στην αυθεντική της εκδοχή· έπειτα γιατί θέτοντας ατομικούς ηθικούς στόχους επανα-ηθικοποιεί την πολιτική μετά την οδυνηρή λενινιστική εμπειρία του «σκοπού που αγιάζει τα μέσα» και της ολοκληρωτικής της κατάληξης· και τέλος γιατί θεμελιώνει σε στέρεες βάσεις μια εναλλακτική πρόταση και εξετάζει στην πράξη τη λειτουργικότητά της χωρίς να ξεχνάει πως το υπάρχον πολιτικό πλαίσιο των φιλελεύθερων δυτικών καθεστώτων είναι μια επαρκής αφετηρία ενός μετασχηματισμού ή καλύτερα μια μεταμόρφωσης της κοινωνίας. «Η ιδέα της μεταμόρφωσης, πιο πλούσια από την ιδέα της επανάστασης, διατηρεί τη μεταμορφωτική της ριζοσπαστικότητα αλλά τη συνδέει με τη διατήρηση (της ζωής, της πολιτισμικής κληρονομιάς). Για να πάμε προς τη μεταμόρφωση όμως, πώς να αλλάξουμε ρότα; Ακόμα κι αν μας φαίνεται πιθανό να διορθώσουμε μερικά στραβά, είναι απίθανο να σταματήσουμε το τεχνο-επιστημονικο-οικονομικο-εκπολιτιστικό κύμα που οδηγεί τον πλανήτη στην καταστροφή. Κι όμως, η ανθρώπινη Ιστορία άλλαξε πολλές φορές ρότα. Όλα ξεκινούν πάντοτε από ένα νεωτερισμό, ένα νέο μήνυμα που ξεφεύγει από το καθιερωμένο, που είναι περιθωριακό, απλό, συχνά αόρατο στους συγχρόνους του. Έτσι ξεκίνησαν οι μεγάλες θρησκείες: ο βουδισμός, ο χριστιανισμός, ο μουσουλμανισμός. Ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε ως παράσιτο των φεουδαλικών κοινωνιών για να ξεπεταχτεί τελικά και, με τη βοήθεια των βασιλείων, να τις διαλύσει.
Η νεωτερική επιστήμη δημιουργήθηκε ξεκινώντας από κάποια καινοτόμα και διασκορπισμένα πνεύματα, τον Γαλιλαίο, τον Μπέικον, τον Ντεκάρτ· και έπειτα δημιούργησε τα δίκτυα και τους συλλόγους της, τρύπωσε στα πανεπιστήμια του 19ου αιώνα, κατόπιν στον 20ό αιώνα στις οικονομίες και τα Κράτη για να γίνει ένας από τους τέσσερις ισχυρούς κινητήρες του διαστημόπλοιου Γη. Ο σοσιαλισμός γεννήθηκε από κάποια αυτοδίδακτα και περιθωριοποιημένα πνεύματα του 19ου αιώνα για αν γίνει μια τρομερή ιστορική δύναμη στον 20ό. Σήμερα, χρειάζεται να ξανασκεφτούμε τα πάντα. Να ξαναρχίσουμε τα πάντα»[8].
Η συντακτική ομάδα του arguments
[1] «Παρ’ όλα αυτά δεν θεωρώ τη σύγχρονη κοινωνία ως κοινωνία αθώα, η οποία υφίσταται βιασμό από τα μέσα ενημέρωσης. Βιάζεται επειδή θέλει να βιαστεί. Όπως και το γαλλικό αναγνωστικό κοινό επιτρέπει στους “νέους φιλοσόφους” να το εξαπατούν και να το αποκτηνώνουν. Έχει τους συγγραφείς που του αξίζουν. Από αυτήν την άποψη ρόλος των μέσων ενημέρωσης δεν είναι αποφασιστικός. Υπάρχει χειραγώγηση επειδή υπάρχει “χειραγωγησιμότητα”». Κορνήλιος Καστοριάδης, Ο πολιτικός του Πλάτωνα, μτφρ. Ζ. Καστοριάδη, εκδ. Πόλις, 2001, σελ. 312.
[2] Εντγκάρ Μορέν, Το καλοφτιαγμένο κεφάλι, μτφρ. Δ. Δημουλά, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2000, σελ. 126.
[3] Το νομοσχέδιο αυτό στην ουσία αποσύρθηκε επιβεβαιώνοντας πως η φαντασιακή σημασία της απεριόριστης ανάπτυξης, δηλαδή της καταστροφής του περιβάλλοντος, διαπερνά ολόκληρη την κοινωνία ανεξαρτήτως «τάξεως».
[4] Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις της επαναστατικής μετάβασης των κοινωνιών, στις περιπτώσεις όπου οι φαντασιακές σημασίες που κληρονόμησε μια κοινωνία αμφισβητούνται ρητά, διαβρώνονται και αντικαθίστανται σταδιακά από άλλες, όπως συνέβη στα χρόνια του Διαφωτισμού. Η διαδικασία αυτή της μετάβασης διαπερνά ολόκληρο το κοινωνικό σώμα και η αλλοίωση περιλαμβάνει το συλλογικό φαντασιακό ως τέτοιο ακόμα κι αν προοιωνίζεται από την αρχικά περιθωριακή κουλτούρα μιας συγκεκριμένης πολιτισμικής ομάδας, όπως συνέβη με την εργατική τάξη στον 19ο αιώνα και όπως εκτιμούμε πως δεν συμβαίνει σήμερα.
[5] Κορνήλιος Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, μτφρ. Σ. Χαλικιά - Κ. Σπαντιδάκη - Γ. Σπαντιδάκη, εκδ. Ράππα, 2002¹º, σελ. 145.
[6] Πρβλ. Κορνήλιος Καστοριάδης, Η ελληνική ιδιαιτερότητα –τόμος Β’ – Η Πόλις και οι νόμοι, μτφρ. Ζ. Καστοριάδη, εκδ. Κριτική, 2008, σελ. 135-136.
[7] Πωλ Αριές, «Να κάνουμε την αποανάπτυξη επιθυμητή», περιοδικό Μάγμα, τ. 5ο, Δεκέμβριος 2009, σελ. 119.
[8] Εντγκάρ Μορέν, Εγκώμιο της μεταμόρφωσης, http://autonomyorbarbarism.blogspot.com/2010/04/blog-post.html











Σχόλια
Επανάσταση και δύναμη
Η επανάσταση δεν είναι κάτι που σχεδιάζεται. Προκύπτει, από σωρεία γεγονότων.
Και, κυρίως, έρχεται, όταν το "κύρος" της εξουσίας καταρρέει και μαζί του καταρρέει η συναίνεση των πολιτών.
Σήμερα, έχουμε κατάρρευση του κύρους, κατάρρευση της συναίνεσης, αλλά ...επανάσταση δε βλέπουμε.
"Επαναστατική προϋπόθεση" υπήρχε και τον Μάη του 68, όταν το κύρος και οι θεσμοί αποδιοργανώθηκαν, αλλά επανάσταση δεν έγινε, γιατί υπερέβαινε τις δυνάμεις και τις εκτιμησεις όσων βγήκαν στους δρόμους και στην αποκαθήλωση των μύθων. Και ...κέρδισε ο Ντε Γκωλ.
Επανάσταση είχαμε, έχουμε και σήμερα στη Β.Αφρική και επωφελούνται οι κυρίαρχες ολιγαρχικές δυνάμεις, αλλάζοντας χέρια στην εξουσία και όχι την ίδια. Απουσιάζει ένα ρεαλιστικό, ανατρεπτικό, δημιουργικό, με μίνιμα χαρακτηριστικά και μη αναστρέψιμη δυνατότητα.
Σήμερα, η απαξίωση καταγράφεται είτε με εκλογές , είτε με δημοσκοπήσεις, είτε με τα δεκάδες , μάλλον εκατοντάδες κινήματα πολιτών.
Λείπει μια ομάδα(;), συλλογικότητα(;), κίνηση(;) ανθρώπων, προετοιμασμένων για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Έτοιμων να μπορεί να κυβερνήσει, όχι για να αλλάξει χέρια η εξουσία, αλλά για να αλλάξει μορφή.
Χρειάζεται κάτι - πρόταγμα- στόχος - πολιτική - που θα περισυλλέξει τη δυσαρέσκεια, την άρνηση, την αμφισβήτηση και θα την καταστήσει συλλογική ανυπακοή , σχέδιο, πρόταση, θα προταθεί και θα συσπειρώσει τη βεβαιωμένη δυσαρέσκεια.
Μια καλή βάση, για συζητηση και συσπείρωση είναι ο πολιτικός στόχος της αλλαγής του συντάγματος, με σκοπό τη δημοκρατία, τη δημοψηφισματική θεσμοθέτηση, τη συμμετοχικότητα και την ανακλητότητα, στη βάση του παλιού ελληνικού (συμπτωματικά) περιεχομένου:
πολίτης είναι αυτός που κυβερνά και κυβερνιέται , εναλλάξ.
Να μάθει ο κόσμος να συμμετέχει. Να πιστέψει πως μπορεί.
Ας του δώσουν περιεχόμενο, σάρκα, μορφή, σχήμα, όσοι νομίζουν πως αυτό μπορεί να δώσει συσπείρωση, συμμετοχή και δύναμη:
Δύναμη που θα αποδιαρθρώσει τη δύναμη και τη βία της εξουσίας. Οριστικά και χωρίς να την παραδώσει απλώς σε άλλα χέρια.
Χρειάζεται ομάδα , που είναι και θα είναι έτοιμη να αυτοκαταργείται. Θα είναι εκτεθειμένη , διαρκώς, στην ανακλητότητα.
Φίλε Odyssey καλησπέρα, Λίγες
Φίλε Odyssey καλησπέρα,
Λίγες παρατηρήσεις σε σχέση με τις τοποθετήσεις σου.
Πιάνομαι από το παράδειγμα του Μάη που έθεσες κ σχολιάζω: άποψή μου είναι ότι επανάσταση, όπως την εννοείς, δεν έγινε όχι γιατί υπερέβαινε τις δυνάμεις και τις εκτιμήσεις όσων βγήκαν στους δρόμους αλλά επειδή υπερέβαινε τις επιθυμίες (και άρα και τις δυνάμεις) της πλειοψηφίας των πολιτών της Γαλλίας. Και θέλω κ να προσθέσω και κάτι ακόμα: σημασία έχει αν έγινε η επανάσταση (όπως περίπου την φαντάζεται όλο το φάσμα της αριστεράς) ή αν έγιναν γεγονότα τα οποία πήγαν τον γαλλικό και όχι μόνο πολιτισμό λίγο πιο κοντά προς ότι (φαντάζομαι και οι δύο μας) επιθυμούμε? Αν δεχτούμε πως η νίκη του ντε Γκολ συνιστά κάποια μορφή ήττας για τους συμμετέχοντες ή συμπαθούντες ή επηρεασμένους από τον Μάη, δεν ακυρώνουμε όλες αυτές τις τεράστιες αλλαγές στις οποίες βοήθησε να καθιερωθούν στις συνειδήσεις αλλά και στους νόμους-θεσμούς του δυτικού κόσμου (η θέση της γυναίκας, το αντιμιλιταριστικό κίνημα, το σπάσιμο της κατάληψης του επαναστατικού πεδίου από τα οικονομικά-εργασιακά αιτήματα κλπ)?? Όλα αυτά είναι αμελητέα? Δεν αλλαξαν τον κόσμο προς τα εκεί που επιθυμείς?
Για την Β. Αφρική, αν κ είναι ακόμα νωρίς, έχω πάνω-κάτω την ίδια άποψη ή, αν θέλεις, τις ίδιες ελπίδες. Πιστεύω ότι δεν υπάρχουν οι συνθήκες (δηλ: δεν το θέλει η πλειοψηφία των λαών) για κάτι θεαματικό ως προς το επίπεδο της καθιέρωσης-εμβάθυνσης θεσμών που τείνουν στους δημοκρατικούς, αλλά μιας κ τα αιτήματα που ακούγεται ότι εκφράζονται μοιάζουν λίγο με αιτήματα για «δυτικοποιηση» του μοντέλου εξουσίας, θεωρώ ότι αν αυτό επιτευχθεί θα είναι μια τεράστια επιτυχία, μιας κ θα λυθούν πολλά ζητήματα (πχ πολιτικές ελευθερίες) τα οποία μπορούν να αποτελέσουν μια σαφώς καλύτερη βάση εκκίνησης για περαιτέρω βήματα.
Η απαξίωση για την οποία μιλάς δεν είναι απλά απαξίωση προς την εξουσία που έχουμε, ούτε βεβαίως, απαξίωση προς την πραγματικότητα της ολιγαρχικής άσκησης της εξουσίας που έχουμε. Πρόκειται μάλλον για μια απαξίωση των κοινών ζητημάτων γενικά που σαν παράπλευρο αποτέλεσμα έχει κ την απαξίωση των πολιτικών θεσμών. Κ το πάω παραπέρα λέγοντας πως αυτό μάλλον ευνοεί την ενίσχυση ή την παγίωση του ολιγαρχικού μοντέλου διακυβέρνησης παρά το αντίστροφο.
Η λύση που προτείνεις σαν «καλή» , δηλαδή η ενασχόληση συλλογικοτήτων/ατόμων με την προώθηση του πολιτικού στόχου της άμεσης δημοκρατίας, από μόνη της δεν μου αρκεί. Μάλιστα διαφωνώ με το σχήμα που έχεις στο μυαλό σου, δηλαδή να διεκδικήσουμε την αλλαγή του πολιτικού συστήματος ώστε να μάθει ο κόσμος να συμμετέχει, απ’ ότι καταλαβαίνω μέσω αυτής της νέα πραγματικότητας (συγνώμη αν δεν κατάλαβα καλά, η αληθεια δεν ειμαι 100% σιγουρος οτι αυτο εννοεις). Νομίζω ότι δίπλα σε αυτά πάει (και προέχει) το να πείσουμε τον κόσμο ότι η πολιτική και τα κοινά είναι πιο σημαντικά από την ενασχόληση με την κατανάλωση και την ιδιωτική σφαίρα, ότι αυτή η ίδια η απακλειστική ενασχόληση με τα καθ' ημών τους/μας προκαλεί τα περισσότερα από τα προβλήματα που οι ίδιοι ζητάμε να μας τα λύσει η εξουσία ή η αλλαγή ή η κατάργησή της και γενικότερα το να προσπαθήσουμε να σπείρουμε την αμφισβήτηση, πέρα από τους θεσμούς και το πολιτικό ζήτημα, προς τις ίδιες τις ζωές, την καθημερινότητα και τις επιθυμίες μας, μιας και σε αυτες τις τελευταίες και στις προεκτάσεις τους εμπεριέχονται και στηρίζονται τα μεγαλύτερα κομμάτια από αυτό που είναι και από αυτό που ζητάμε για την πολιτική. Οπότε αν στοχεύουμε στο να αλλάξουμε την πολιτική κατάσταση δεν αρκεί να μιλάμε μόνο για αυτήν αλλά και για όλα όσα αποτελούν το ευρύτερο υπόβαθρο το οποίο της δίνει μορφή.
Παναγιώτης
Διακρίνω την αγωνία του
Διακρίνω την αγωνία του ανθρώπου που θέλει να διατηρήσει την καθαρότητα του και όχι να αναζητήσει τον τρόπο να γίνει μέρος μιας δύναμης ανατροπής και δημιουργίας.
Απο πού το διακρίνεις αυτό,
Απο πού το διακρίνεις αυτό, Odyssey; Επειδή δεν καταλαβαίνω τους λόγους για τους οποίους το λες. Ελπίζω να εισαι λίγο πιο αναλυτικός την επόμενη φορά και επίσης θα με βοήθαγε μια κάποια κριτική στο περιεχόμενο των όσων σου είπα, και όχι η απλή ερμηνεία τους με βάση τις αγωνίες που υποθέτεις ότι έχω (ερμηνεία που σου επιτρέπει να μην χρειάζεται να τα αξιολογήσεις κ να τα αντικρούσεις με επιχειρήματα)
Φιλικά , Παναγιώτης
αφου συμφωνήσω με κάποιες
αφου συμφωνήσω με κάποιες βασικές ιδέες της ανάλυσης σας, όπως οτι η κοινωνία είναι συνυπεύθυνη σε ενα μεγάλο βαθμό, θέλω να εκφράσω μερικές διαφωνίες μου γύρω απο κάποια θέματα.
α.λέτε οτι η κοινωνία αυτοθεσμίζεται, είναι υπεύθυνη για τους θεσμούς της και επομένως μπορεί να τους αλλάξει όποτε το θελήσει. αυτό που αναρωτιέμαι όμως είναι το εξής: η κοινωνικοποίηση ενος ανθρώπου γίνεται, όπως είναι γνωστό, απο τη στιγμή που θα καταφέρει να ενδοβάλλει, να ενσωματώσει αυτούς τους ήδη υπάρχοντες κοινωνικούς θεσμούς. όταν λοιπόν απο μικρό παιδί εκπαιδεύεται να αποδεχτεί αυτές τις αξίες: του καταναλωτισμού, του ατομικισμού, της κοινωνικής επιτυχίας, του ανταγωνισμού, των επιφανειακών σχέσεων κλπ, πόσο εύκολα μπορεί να λέμε, οτι είναι απολύτως ελεύθερος να διαμορφώσει άλλες αξίες αμφισβητώντας τις ήδη υπάρχουσες; δεν θέλω να πώ με αυτό οτι δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή του διαφορετικά, αλλά δεν το θεωρώ τόσο πολύ απλό, ώστε να πιστεύουμε οτι είναι ευχαριστημένος απο τη ζωή του, και άρα αποδέχεται πλήρως τους υπάρχοντες θεσμούς. δεν είμαι καθόλου σίγουρος γι αυτό. κάποια πράγματα δείχνουν οτι προσπαθεί να καλύψει το κενό νοήματος που έχει η ζωή του με όλα αυτά τα υποκατάστατα, αλλά μάλλον δεν τα καταφέρνει και πολύ καλά. το γιατί, σίγουρα οφείλεται σε πολλούς λόγους. γιατί πιστεύει οτι το σύστημα είναι ανίκητο, γιατί δεν βοηθήθηκε να διαμορφώσει απο την παιδεία που πήρε μια κριτική σκέψη, γιατί το δημιουργικό φαντασιακό του είναι ευνουχισμένο και μπλοκαρισμένο απο τον τρόπο που κοινωνικοποιήθηκε και πολλούς άλλους λόγους. δεν το βλέπω δηλαδή τόσο ευθύγραμμα απλό και ευκολοδιάβαστο αυτό το θέμα, όσο το θέτετε. μην ξεχνάμε οτι μέχρι τώρα ιστορικά, μόνο κατά πολύ αραιά διαστήματα εκφράστηκε αυτό το δημιουργικό κοινωνικό φαντασιακό, δεν εξετάζω εδώ τους τρόπους, και επέφερε σημαντικές αλλαγές. βλέπουμε πόσο διαποτισμένοι είμαστε όλοι μας απο αυτές τις αξίες ,παρότι πιστεύουμε πολλές φορές οτι δεν είμαστε, επειδή εκφράζουμε άλλες ιδέες. πιστεύω οτι δεν αρκεί η ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, να συμμεριστεί δηλαδή κάποιος άλλες, ανταγωνιστικές, απο τις επικρατούσες κοινωνικά ιδέες, για να αλλάξει πραγματικά. απαιτούνται για το σκοπό αυτό βαθύτερες διεργασίες, που πιστεύω οτι σε ενα μεγάλο βαθμό μπλοκάρονται απο τον τρόπο που κοινωνικοποιούμαστε όλοι μας.
β. λέτε οτι είναι αυτόνομη η σημερινή κοινωνία γιατί αποδέχεται και νομιμοποιεί αυτό το σύστημα, αυτές τις φαντασιακές σημασίες. αυτόνομη είναι όμως όταν έχει συνείδηση αυτής της αυτοθέσμισης και όχι μόνο όταν νομιμοποιεί το υπάρχουσα κατάσταση. δεν νομίζω οτι έχει αυτή την αυτογνωσία . και θα πώ και πάλι οτι ο τρόπος που κοινωνικοποιούμαστε δεν μας επιτρέπει να το συνειδητοποιήσουμε και τόσο εύκολα. άρα είναι ενας φαύλος κύκλος, που μπορεί να σπάσει μέσα απο τις κρίσεις που δημιουργεί η ίδια αυτή η κοινωνία, και δεν εννοώ την οικονομική κρίση μόνο, αλλά την κρίση αξιών και σημασιών που βιώνει. έτσι άλλαξαν για παράδειγμα κάποιες αξίες μέσα απο τα απελευθερωτικά κινήματα των δεκαετιών 60-70. κανείς όμως δεν μπορεί να προβλέψει αυτές τις κοινωνικές κινήσεις. κανείς δεν πρόβλεψε τον Μάη του 68 π.χ. άρα δεν μπορούμε με σιγουριά να αποκλείουμε οτι υπάρχουν αυτές οι υπόρρητες φαντασιακές αμφισβητήσεις των κοινωνικών αξιών. το θεωρώ πολύ απόλυτο και δογματικό να αποφανθούμε με ενα λογικό συλλογισμό, οτι δεν υπαρχουν επειδή δεν είναι φανερές και συνεχίζει να υπάρχει το σύστημα. η ανάλυση, κατά την άποψη μου, δεν αποδεικνύει τίποτε πάνω σε αυτό το θέμα.
γ. επίσης η ανάλυση δείχνει να μη λαμβάνει υπ' όψη, οτι η κοινωνία δεν είναι ενα ενιαίο σύνολο ατόμων με την ίδια παιδεία, τις ίδιες δυνατότητες, τα ίδια συμφέροντα, με την ίδια προσωπική ιστορία αν θέλετε, για να περιμένουμε οτι όλοι μαζί θα συνειδητοποιήσουμε κάποια θέματα και επειδή δεν to βλέπουμε να γίνεται, καταλήγουμε οτι σύσωμη αυτή η κοινωνία νομιμοποιεί την υπάρχουσα κατάσταση. οι νόμοι π.χ δεν πιστεύω οτι εκφράζουν την βαθύτερη επιθυμία όλης της κοινωνίας, δεν υπάρχει ενιαία κοινωνία, εκφράζουν συγκεκριμένους κάθε φορά κοινωνικούς σχηματισμούς, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. δεν με βοήθησε λοιπόν να άρω αυτές τις απορίες μου η ανάλυση. και κάποια πράγματα, παρόλα αυτά, αλλάζουν πιστεύω. όπως έχει πεί ο Καστοριάδης, αυτή είναι μια διαιδκασία γενεών. δεν πιστεύω λοιπόν οτι όλα τα άτομα αυτής της κοινωνίας συμμερίζονται στον ίδιο βαθμό τις αξίες της. μου φαίνεται ισοπεδωτική η ανάλυση.
δ. αναφέρεστε σε κάποια μέλη της κοινωνίας που ασκούν εξουσία με την συναίνεση ή ανοχή της υπόλοιπης κοινωνίας. δεν είναι απλά μέλη όσοι ασκούν την εξουσία, στηρίζονται απο κάποιους μηχανισμούς οι οποίοι τους επιτρέπουν να ασκούν αυτή την εξουσία και δεν επιτρέπουν σε κομμάτια αυτής της κοινωνίας, να πραγματοποιήσουν κάποιες αλλαγές όταν το επιδιώκουν. πάλι κι εδώ μου φαίνεται λίγο αφαιρετική η ανάλυση, αγνοεί κάποια στοιχεία της πραγματικότητας.
τέλος, εχω την εντύπωση οτι με την ανάλυση αυτή, προσπαθώντας να αντιμετωπίσετε αυτές τις χοντροκομμένες και απαρχαιωμένες μαρξιστογενείς αναλύσεις και θεωρητικές ένδειες της αριστεράς, με ό,τι συνεπάγεται αυτό, φθάνετε σε κάποια ευθύγραμμα, λογικά, δογματικά θα έλεγα συμπεράσματα, που δεν εξηγούνε σε βάθος κάποια ζητήματα. μου φαίνεται λίγο ιδεαλιστική η ανάλυση, με την έννοια οτι δεν λαμβάνει υπ' όψη σημαντικά στοιχεία της πραγματικότητας. η διαφωνία μου είναι δεν τον βλέπω τόσο ευθύγραμα αυτό το θέμα. πιστεύω οτι είναι λίγο πιο πολύπλοκο.
αυτά και ευχαριστώ για τη φιλοξενία.
...
α. Ας ξεκινήσουμε με μια συμφωνία μας: το ζήτημα είναι πράγματι πολύπλοκο, πράγμα που θέλησε να αναδείξει το κείμενο υπογραμμίζοντας μερικές υποβαθμισμένες πτυχές του κεντρικού ερωτήματος που εξετάζει. Πράγματι, η εσωτερίκευση της θέσμισης της κοινωνίας από το υποκείμενο είναι κεντρικής σημασίας για την κατασκευή του κοινωνικού υποκειμένου. Αν αυτή η διαδικασία όμως ήταν απαρέγκλιτα καθοριστική, δηλαδή αν το υποκείμενο ευθυγραμμιζόταν απόλυτα με τις κοινωνικές νόρμες που εσωτερικεύει, κάθε δυνατότητα αλλαγής της κοινωνίας θα ήταν αδύνατη: η κοινωνική θέσμιση θα κληροδοτούνταν απαράλλαχτη από τη μια γενιά στην άλλη και, αν το δούμε ανθρωπολογικά, ανθρώπινο ον δε θα είχε ποτέ υπάρξει. Γιατί ανθρώπινο ον σημαίνει αλλοίωση του των κληρονομημένων νορμών παρά τη διατήρησή τους, δια της ανάδυσης της ριζικής φαντασίας. Συνεπώς, η δυνατότητα να ξεφύγουμε από τους εσωτερικευμένους κοινωνικούς κανόνες υπάρχει πάντοτε, επειδή υπάρχει ανθρώπινο ον και επειδή οι ανθρώπινιες κοινωνίες εξελίσσονται, αυτό είναι αυταπόδεικτο. Η θέση του κειμένου είναι πως στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες υπάρχουν μερικοί επιπλέον λόγοι: υπάρχει ελευθερία δικίνησης των ιδεών, πράγμα εξαιρετικά σημαντικό, και έχουν επιτευχθεί υψηλά επίπεδα ευημερίας. Από που, λοιπόν, βγάζουμε το συμπέρασμα πως οι άνθρωποι δεν θέλουν να ζουν σε αυτήν την κοινωνία, δεν θέλουν να καταναλώνουν κ.λπ.; Είναι πραγματικά ειλικρινής και βαθιά η δυσφορία που εκφράζεται ή οφείλεται σε αυτό το αναπόφευκτο πουο Φρόυντ έχει ονομάσει "δυσφορία μέσα στον πολιτισμό"; Μήπως οι άνθρωποι θέλουν απλά να περισσότερα χρήματα για να καταναλώνουν περισσότερο; Χρειάζεται να εξετάσουμε το ζήτημα αντικειμενικά και αποποιούμενοι το ρόλο του επί γης αντιπροσώπου της επανάστασης, δηλαδή δε μπορούμε να χρησιμοποιούμε άνευ όρων τις επιθυμίες μας για να εξηγήσουμε την πραγματικότητα. Επιπλέον, όλες οι αξίες που αναφέρεις (καταναλωτισμός, ατομικισμός κ.λπ.) απαξιώνονται από τη σημερινή κοινωνία και τα άτομα κοινωνικοποιούνται με τρόπο που να είναι καχύποπτα απέναντι σ' αυτές, τουλάχιστον ως τώρα. Όλα αυτά κάτι σημαίνουν.
β. Πολύ σωστά, δε μπορούμε να αρνηθούμε την πιθανότητα τα πράγματα να αλλάξουν. Από την άλλη μπορούμε να εκτιμήσουμε αν υπάρχουν, ποιοί είναι οι φορείς μιας τέτοιας αμφισβήτησης και μιας τέτοιας αλλαγής και ποιά είναι η δυναμική τους. Η εκτίμηση αυτή γίνεται στο τέλος του κειμένου.
γ. Πρέπει να έχουμε κοινωνιολογική συναίσθηση του μεγέθους της κοινωνίας και του μεγέθους της σημερινής αμφισβήτησης σε αυτή. Αν η κοινωνία είναι κατακερματισμένη, αυτό οφείλουμε να το λάβουμε υπ' όψιν στην ανάλυσή μας, αλλά δεν πρέπει επ' ουδενί να αποδεχόμαστε μια καθοριστικότητα της δράσης υπο-ομάδων μέσα στην κοινωνία εκεί που δεν υπάρχει. Θέλω να πω πως αν κάποιος ζει στα Εξάρχεια για παράδειγμα μπορεί να νομίσει ότι βρισκόμαστε σε προεπαναστατική περίοδο. Πρέπει να έχουμε αντίληψη του συνόλου της κοινωνίας, της γενικής της τάσης.
δ. Το κείμενο λέει ακριβώς αυτό: οι "μηχανισμοί" (ή οι "δομές" κατά την αριστερή θεωρητική μόδα των τελευταίων χρόνων") είναι δευτερογενή φαινόμενα, φυτρώνουν πάνω στο κενό της απόσυρσης από τη δημόσια σφαίρα που είναι στην ουσία της και στην καλύτερη περίπτωση σιωπηρή αποδοχή του υπάρχοντος καθεστώτος. Με άλλα λόγια : "υπάρχει χειραγώγηση επειδή υπάρχει χειραγωγησιμότητα." Διαφορετικά, ιδού η Ρόδος..
Εν κατακλείδει το κείμενο θέλει πιο πολύ να βάλει τις ερωτήσεις, παρά να δώσει τις απαντήσεις, γι' αυτό δε θα το χαρακτήριζα δογματικό. Μπορεί να συμφωνούμε ή να διαφωνούμε, αλλά μερικά ερωτήματα νομίζω πως τίθενται αρκετά επιτακτικά από το κείμενο. Και η απάντησή σου, μου φαίνεται πως τα κουκουλώνει πίσω από μια ανάλυση αγκιστρωμένη στα βάθη της στην παραδοσιακή οντολογία και πολιτική φιλοσοφία, αλλά που στον πυρήνα της παραμένει ανίκανη να πάει παραπέρα. Δε λέω πως το παραπέρα είναι απαραίτητα σωστό και τεκμηριωμένο. Λέω πως πρέπει να βουτήξεις μέσα σ' αυτό, να αρχίσεις να σκέφτεσαι από την ανάποδη για να βρεις τελικά το παραπέρα.
Θανάσης
για τη λειτουργία comment
Α, τσεκάρετε και τη λειτουργία του comment. Κάτι δεν πάει καλά. Έχει μόνο preview και όχι publish στο τέλος, ενώ, αφού πας στο preview δεν είναι σαφές τι πρέπει να κάνεις για publish. Έχει ένα save κάτω από τη γραμμή, αντί για publish, που μπερδεύει. Επίσης, θα πρότεινα τα σχόλια να δημοσιεύονται αμέσως χωρίς να περιμένει ο σχολιαστής να περάσει από έγκριση. Δεν είναι φιλικό αυτό προς τον χρήστη. Αν δεχθείτε απρεπή σχόλια, τα σβήνετε μετά.
Μάλλον χρειάζεστε τη βοήθεια κάποιου μη-αρχάριου σε αυτά. Υπάρχουν τόσοι πολλοί κομπιουτεράδες στο "χώρο" - Για ρωτήστε.
μικρή συμβολή
Μια χαρά τα λέτε παιδιά και σε γενικές γραμμές συμφωνώ με το πνεύμα συνυπευθυνότητας που περνάτε. Τώρα, για κάτι κόμματα και άνω τελείες δεν θα τα χαλάσουμε. Κάποιες μικρές παρατηρησούλες έχω να κάνω επί του περιεχομένου, αλλά είναι αργά και νυστάζω.
Επειδή τα ηλεκτρονικά κείμενα είναι δυσανάγνωστα όταν είναι μεγάλα, θα ήταν καλύτερα το κατεβατό που αναρτήσατε να είχε περισσότερους παραγράφους, παρά αυτά τα μονοκόμματα μπλοκ, που χάνεται το μάτι. Οι δε επισημάνσεις (αν είναι απαραίτητες-που καλύτερα να αποφεύγονται σε ηλεκτρονικά κείμενα), να μπαίνουν στο τέλος της σελίδας και όχι του άρθρου, διότι κανείς δεν κάνει κρόουλ στο τέλος για να ξαναγυρίσει εκεί που ήτανε, το οποίο θα έχει χάσει εντωμεταξύ.
Επίσης, η αρχική σελίδα σας δεν είναι ιδιαίτερα λειτουργική και στερείται πληροφοριών, όπως για παράδειγμα της ημερομηνίας ανάρτησης του εκάστοτε άρθρου. Θα πρότεινα το "read more" να πηγαίνει πρώτο, κολλητά στο "πρωτοσέλιδο" κείμενο, για να διευκολύνει την περαιτέρω ανάγνωσή του, ενώ το "add new comment" (ή "comments" σκέτο καλύτερα) να πηγαίνει μετά. Στη δεξιά πλευρά της σελίδας, θα μπορούσατε να βάλετε το αρχείο των δημοσιευμένων άρθρων, για να μη χρειάζεται να κάνει κάποιος κρόουλ για να βρίσκει αυτό που θέλει, αλλά να το βρίσκει κατευθείαν.
Ρίξτε μια ματιά στα διάφορα μπλογκς και σάιτς που κυκλοφορούν, για να πάρετε κι άλλες ιδέες περαιτέρω αναβάθμισης της αναβαθμισμένης σελίδας σας. Αναβαθμίση στην αναβαθμίση, όλο και καλύτερο θα γίνεται. Είστε σε καλό δρόμο. Κήπ γκόινγκ.
Ευχαριστούμε πολύ, Στράτο,
Ευχαριστούμε πολύ, Στράτο, για τα σχόλιά σου. Πολλά απ' αυτά τα έχουμε επισημάνει κι εμείς και προσπαθούμε να βρούμε τους τρόπους να τα λύσουμε καθώς η διαχείριση του σάιτ απέχει λίγο από τη διαχείριση ενός μπλογκ, που είναι πιο φιλικό στον αρχάριο (όπως εμείς) χρήστη.
Υποβολή νέου σχολίου